Η «καύσιμη ύλη» του δράματος


Το ερώτημα που τίθεται στους ειδικούς σχετικά με την τραγωδία στο Μάτι (φωτ.) είναι εάν με μια διαφορετική «ύλη» στο έδαφος η εξέλιξη της πυρκαγιάς θα μπορούσε να είναι διαφορετική και η θερμική της ένταση μικρότερη.

Με 12.000, ίσως και 15.000 κιλοβατώρες θερμικής έντασης εξελισσόταν η φοβερή, δραματικά ιστορική, πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου στον Νέο Βουτζά και στο Μάτι πριν περάσει τη λεωφόρο Μαραθώνος εκτιμούν καθ’ ύλην ειδικοί που μίλησαν στην «Κ». Για να γίνει αντιληπτό το προαναφερθέν, σημειώνεται ότι πυροσβεστικές δυνάμεις στη Βόρεια Αμερική δεν επιτρέπεται να επιχειρούν από το έδαφος (επιχειρούν μόνο τα εναέρια μέσα) όταν η θερμική ένταση μιας φωτιάς ξεπεράσει τις 2.000 κιλοβατώρες.

Ως θερμική ένταση προσμετρείται η ποσότητα θερμότητας που απελευθερώνεται ανά μονάδα χρόνου από μία μονάδα πλάτους του μετώπου της πυρκαγιάς. Το ερώτημα που τίθεται στους ειδικούς και θα τεθεί και σε εκείνους που θα αναλάβουν να συντάξουν το πόρισμα για το τι συνετέλεσε στην εκατόμβη στον Νέο Βουτζά και στο Μάτι, είναι εάν με μια διαφορετική «καύσιμη ύλη» στο έδαφος η εξέλιξη της φωτιάς θα μπορούσε να είναι διαφορετική και η θερμική της ένταση μικρότερη.

To 1976, στις ΗΠΑ ο Ντικ Ρόθερμελ ανέπτυξε ένα μοντέλο μετάδοσης πυρκαγιών που αποτελεί σήμερα τη βάση αντίστοιχων μοντέλων ή υπολογισμών. Ο Ρόθερμελ εξήγησε ότι «ο κυρίαρχος μηχανισμός κίνησης της φωτιάς από την ενεργή φωτιά στα υλικά που βρίσκονται μπροστά από τη γραμμή της είναι το μέγεθος της καύσιμης ύλης…».

Δεν επηρεάζεται, λοιπόν, η κίνηση της φωτιάς από το είδος των δένδρων ή της βιομάζας που βρίσκεται κάτω από αυτά στο έδαφος όταν φλέγονται; Ο Ρόθερμελ και όσοι συνέβαλαν στην ανάπτυξη του μοντέλου συνδύασαν τα μαθηματικά με την παρατήρηση της φωτιάς επιτόπου και υποστήριξαν ότι η μορφολογία όπου βρίσκεται η καύσιμη ύλη, η υγρασία της και φυσικά η ταχύτητα του ανέμου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο. Στη φωτιά της Ανατολικής Αττικής το υπόστρωμα κάτω από τα δένδρα (θάμνοι, βελόνες κ.ά.) δεν ήταν σε «φάση ξηρά» όπως υποστηρίζουν ειδικοί και η φωτιά κινείτο με 5 χιλιόμετρα την ώρα (10 χιλιόμετρα στην Ηλεία το 2007) λόγω του ότι δεν καίγονταν χόρτα που πολλαπλασιάζουν την ταχύτητα διάδοσής της.

To 2016, οι ειδικοί επιστήμονες Γιώργος Μαλλίνης, Ιωάννης Μητσόπουλος, Εστεμπάν Μπελτράν και Γιόχαν Γκολντάμερ (πρόκειται για τον καθηγητή που ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ζήτησε να ηγηθεί της διερεύνησης της πυρκαγιάς στην Ανατολική Αττική) συνέταξαν μία μελέτη για την προστασία των μοναστηριών του Αγίου Ορους από μια ενδεχόμενη πυρκαγιά. Το είδος της καύσιμης ύλης έπαιζε κεντρικό ρόλο στους υπολογισμούς τους. Μία από τις αφορμές της μελέτης ήταν η επίσης φονική πυρκαγιά στην Ηλεία που απείλησε το 2007 τις αρχαιότητες της Αρχ. Ολυμπίας. Το Αγιον Ορος διαθέτει διάφορους τύπους δρυός, καστανιές και περίπου στο 1/5 της έκτασής του χαλέπιο πεύκη, ενώ η ανθρώπινη δραστηριότητα στα δάση του, όπως και στα υπόλοιπα ελληνικά δάση είναι σχετικά μειωμένη λόγω υψομέτρου και υγρασίας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι στις περιοχές με πεύκο η καύσιμη ύλη ευνοούσε τη διάδοση της πυρκαγιάς, ωστόσο αυτή η σχέση –κατά συνθήκην– δεν λειτουργεί πάντα ευθύγραμμα.

Τα πεύκα

Ειδικοί, όπως ο δασολόγος Γαβριήλ Ξανθόπουλος, δεν βιάζονται να αποδώσουν κατηγορία στο πεύκο, παρότι αναγνωρίζουν πως πρόκειται για εύφλεκτο δένδρο. Το πόρισμα της φωτιάς στην Πορτογαλία το 2017, όπου επίσης υπήρχαν μεικτά δάση από ευκάλυπτο και πεύκο, δείχνει ότι η ταχύτητα μετάδοσης μπορεί να είναι ένας εξαιρετικά σύνθετος μηχανισμός. Εκεί η επιτροπή «κατηγόρησε» τον ευκάλυπτο, καθώς το περίβλημα που αναπτύσσει γύρω από τον κορμό του βοηθούσε την άνοδο της φωτιάς από τα ξερά χόρτα στην κορυφή του δέντρου και από εκεί με «καύτρες» τη μεταφορά σε απόσταση 10 χλμ. Ο κ. Ξανθόπουλος μιλώντας στην «Κ» είπε ότι μετά τη φωτιά του 2005 είχε παρατηρήσει σε περιοχή του Νέου Βουτζά την ύπαρξη ενός εξαιρετικά πυκνού λόγγου από πεύκα που είναι σίγουρος ότι «δεν έχουν αραιωθεί». Και στην περιοχή του Ματιού υπήρξαν άλλα πιο εύφλεκτα δένδρα όπως τα κυπαρισσοειδή που «παρατεταγμένα κατακάηκαν καθώς τα ξερά τους μέρη “ελκύουν” τη φωτιά». Αντίθετα, όπου υπήρχαν αμπέλια και αναρριχητικά εξαιτίας της υγρασίας τους, η φωτιά ανακοπτόταν, όπως παρατηρείται σε περιοχές πάνω από το Κόκκινο Λιμανάκι.



Πηγή