Σε ελεύθερη πτώση η τουρκική οικονομία

Τη χαριστική βολή φαίνεται να έδωσε στην τουρκική λίρα και κατ’ επέκτασιν στην τουρκική οικονομία η διπλωματική κρίση ανάμεσα στην Αγκυρα και την Ουάσιγκτον. Ερχεται στη χειρότερη συγκυρία τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας όσο και στην παγκόσμια σκηνή. Βρίσκει το τουρκικό νόμισμα σε ελεύθερη πτώση επί μήνες, το κόστος δανεισμού της Τουρκίας σε δυσθεώρητα ύψη και το ξένο κεφάλαιο να εγκαταλείπει τη χώρα για να επιστρέψει στη Δύση, όπου του προσφέρονται υψηλότερες αποδόσεις. Και την ίδια στιγμή το νέο πολιτικό σκηνικό στη γειτονική χώρα υπονομεύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, καθώς μετά τις εκλογές της 24ης Ιουνίου συγκεντρώνονται υπερεξουσίες στα χέρια του Τούρκου προέδρου.

Γνωστός για τις ανορθόδοξες οικονομικές θεωρίες του, ο Ταγίπ Ερντογάν δηλώνει «εχθρός των επιτοκίων» και τείνει να αποδίδει τα προβλήματα της οικονομίας σε πόλεμο από ξένα κέντρα. Για «τεχνητή χρηματοπιστωτική αστάθεια» και για «οικονομικό πόλεμο» μίλησε, έτσι, λίγες ώρες μετά το επίμαχο tweet του Αμερικανού προέδρου, που έστειλε την τουρκική λίρα σε πτώση 16,2%. Κάλεσε μάλιστα τον τουρκικό λαό να συστρατευθεί στον «εθνικό αγώνα» μετατρέποντας σε τουρκικές λίρες όσα χρήματα έχει σε σκληρό νόμισμα. Η έκκλησή του δύσκολα θα βρει απήχηση καθώς από την αρχή του έτους η λίρα έχει υποτιμηθεί κατά 37% έναντι του δολαρίου.

Η στάση του Τούρκου προέδρου ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τα δεινά της τουρκικής οικονομίας. Ο Ταγίπ Ερντογάν έχει πιστωθεί την ανόρθωση της τουρκικής οικονομίας από μια βαθιά οικονομική κρίση, που στις αρχές της χιλιετίας εξαφάνισε τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα. Εχει, επίσης, πιστωθεί την αποπληρωμή του χρέους της Τουρκίας στο ΔΝΤ. Επενδύει, έτσι, στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που οφείλονται στον εκτεταμένο δανεισμό και στο χαμηλό κόστος των δανείων. Πολύ προτού προκηρύξει πρόωρες εκλογές τον Απρίλιο, ο Τούρκος πρόεδρος παρενέβη πολλές φορές στο έργο της κεντρικής τράπεζας. Απέτρεψε επανειλημμένως μια δυναμική αύξηση των επιτοκίων. Η κεντρική τράπεζα έχει αυξήσει σημαντικά τα επιτόκια τους τελευταίους μήνες, αλλά όχι αρκετά ώστε να ανακόψει την άνοδο του πληθωρισμού και την πτώση της λίρας. Από την επανεκλογή του Ερντογάν, επικράτησε ανησυχία μεταξύ των επενδυτών. Καθώς ο πληθωρισμός αγγίζει το 16% και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διευρύνεται πλησιάζοντας τα 6 δισ. δολάρια, οι επενδυτές ζητούν μέτρα με στόχο την αποθέρμανση της οικονομίας που το 2017 αναπτύχθηκε κατά 7,4%. Εν ολίγοις, ζητούν μια θεαματική αύξηση του κόστους δανεισμού που παράλληλα με τον πληθωρισμό θα μειώσει και τους ρυθμούς ανάπτυξης.

Προεκλογικώς ο Ερντογάν επέμενε να υπόσχεται χαμηλά επιτόκια και να δεσμεύεται πως αν επανεκλεγεί, θα έχει τον πλήρη έλεγχο της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε με τον σχηματισμό κυβέρνησης και την ανάθεση του χαρτοφυλακίου των Οικονομικών στον Μπεράτ Αλμπαϊράκ, γαμπρό του Ερντογάν. Επιβεβαιώθηκε, έτσι, η υποψία πως ο Ερντογάν θα ελέγχει εφεξής πλήρως την οικονομία. Την εντύπωση ενίσχυσε, άλλωστε, το ότι στο νέο κυβερνητικό σχήμα δεν συμμετέχει κανένα από τα στελέχη των προηγούμενων κυβερνήσεων Ερντογάν που ενέπνεαν εμπιστοσύνη στην αγορά. Ο Αλμπαϊράκ προσπάθησε ευθύς εξαρχής να εμφανισθεί ως αξιόπιστος οικονομολόγος υποσχόμενος ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα και συνετή δημοσιονομική πολιτική. Το ίδιο έκανε προχθές όταν η πτώση της τουρκικής λίρας προκαλούσε ανησυχία στην ΕΚΤ για την έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στην Τουρκία και οδηγούσε τις μετοχές σε πτώση πάνω από 3% και το ευρώ στα χαμηλά έτους. Μίλησε ξανά για νέο οικονομικό μοντέλο, ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και δημοσιονομική πειθαρχία. Εκ πρώτης όψεως δεν έπεισε. Η λίρα συνέχισε να πέφτει.



Πηγή